13 παιδιά αιχμάλωτα στο «σπίτι του τρόμου»: Μας έδεναν και μας βασάνιζαν οι γονείς μας

Οι δύο αδερφές από τα 13 αδέρφια που βασανίζονταν επί δεκαετίες από τους γονείς τους μιλούν για πρώτη φορά για το «σπίτι του τρόμου»


Επί δεκαεπτά χρόνια η Τζόρνταν Τέρπιν ζούσε μαζί με τα υπόλοιπα 12 αδέρφια της και τους δύο γονείς της σε ένα σπίτι που έμοιαζε περισσότερο με κολαστήριο. Η ίδια και τα αδέρφια της, ηλικίας από 2 έως 29 ετών, έπρεπε να υπομένουν μια σειρά από αδιανόητα βασανιστήρια, τα οποία «σχεδίαζαν» γι’ αυτά οι γονείς τους.

Όλα άλλαξαν όμως στις 24 Ιανουαρίου 2018, όταν η 17χρονη Τζόρνταν βρήκε το κουράγιο και δραπέτευσε καλώντας την αστυνομία. Εξοπλισμένη μόνο με ένα παλιό κινητό τηλέφωνο που βρήκε στο σπίτι, κατάφερε να βγει κρυφά από ένα παράθυρο του σπιτιού τους στην Καλιφόρνια και να καλέσει τον αριθμό πρώτης βοήθειας 911. Το τηλεφώνημα αυτό οδήγησε τους αστυνομικούς να ερευνήσουν το σπίτι των βασανιστηρίων και να σώσουν τα 13 παιδιά οδηγώντας παράλληλα τους διεστραμμένους γονείς στη δικαιοσύνη.

Η 20χρονη σήμερα Τζόρνταν μαζί με την μεγαλύτερη αδερφή της, Τζένιφερ, μίλησαν για πρώτη φορά δημόσια στη δημοσιογράφο του ABC, Νταϊάν Σόγιερ, για όσα φρικιαστικά έζησαν από την πρώτη στιγμή που ήρθαν στη ζωή και πώς τελικά βρήκαν το θάρρος για τη σωτηρία τους.

Η Τζόρνταν ανέφερε ότι επί δύο χρόνια σχεδίαζε να δραπετεύσει και παρόλο που φοβόταν ήταν ήρεμη καθώς σκεφτόταν ότι «τουλάχιστον θα πέθαινε προσπαθώντας», όπως λέει.

«Ήμουν τρομοκρατημένη καθώς πίστευα ότι αν καλούσα την αστυνομία ή αν προσπαθούσα να δραπετεύσω θα με έπιαναν και αν με έπιαναν τότε ήξερα ότι θα πεθάνω», είπε η Τζόρνταν στην Σόγιερ. «Αλλά στο τέλος, όταν έβλεπα τα μικρότερα αδέρφια μου, ήξερα ότι αυτό ήταν που έπρεπε να κάνω».


Όπως είπε, αυτό που την ώθησε να δραπετεύσει και να κάνει το τηλεφώνημα ήταν το γεγονός ότι στις 14 Ιανουαρίου – δέκα μέρες πριν- άκουσε τη μητέρα της να λέει ότι η οικογένεια θα μετακόμιζε στην Οκλαχόμα.

«Αν πηγαίναμε στην Οκλαχόμα υπήρχε μεγάλη πιθανότητα κάποιοι από εμάς να πεθάνουν», είπε η Τζόρνταν προσθέτοντας ότι κάποια από τα αδέρφια της ήταν τόσο υποσιτισμένα που δεν θα μπορούσαν να αντέξουν το ταξίδι. Πράγματι, οι γιατροί που εξέτασαν στη συνέχεια τα παιδιά ανακάλυψαν ότι κάποια από αυτά ήταν τόσο αδύναμα που δεν μπορούσαν καν να περπατήσουν.

Βγαίνοντας από το σπίτι η Τζόρνταν περπατούσε στη μέση του δρόμου καθώς, όπως είπε, «δεν ήξερε για τα πεζοδρόμια». «Υποτίθεται ότι πρέπει να είσαι στο πεζοδρόμιο, αλλά δεν είχα πάει ποτέ εκεί έξω», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Όπως είπε δεν μπορούσε να καλέσει το 911 επειδή το σώμα της έτρεμε. «Νομίζω ότι ήμασταν κοντά στο θάνατο τόσες φορές. Ήταν κυριολεκτικά ένα τώρα ή ποτέ. Αν μου συνέβαινε κάτι, τουλάχιστον θα πέθαινα προσπαθώντας», είπε η νεαρή κοπέλα.

Το τηλεφώνημα

Η Τζόρνταν ακούγεται να λέει στο σωτήριο τηλεφώνημα: «Εμ, γεια; Μόλις έφυγα από το σπίτι επειδή ζω σε μια οικογένεια 15 ατόμων. Εντάξει; Μπορείτε να με ακούσετε; Και έχουμε κακοποιητικούς γονείς. Το ακούσατε αυτό;».

Στο τηλεφώνημα η Τζόρνταν λέει ότι το σπίτι τους μυρίζει τόσο άσχημα που μετά βίας μπορείς να αναπνεύσεις και ότι πιστεύει πως τα αδέρφια της θα χρειάζονταν κάποιον γιατρό. Στο ηχητικό, λέει ότι οι γονείς τραβούσαν με δύναμη τα μαλλιά των παιδιών τους, προσθέτοντας ότι «τους αρέσει να μας πετάνε απέναντι από το δωμάτιο».


Όταν οι αστυνομικοί της ζήτησαν να τους πει τη διεύθυνσή της τους απάντησε: «Δεν έχω βγει ποτέ έξω. Δεν βγαίνω πολύ και έτσι δεν ξέρω τίποτα για τους δρόμους ή το οτιδήποτε».

Παρ’ όλα αυτά, λίγο αργότερα έφτασε έξω από το σπίτι ένα περιπολικό. Από την κάμερα που φέρουν στις στολές τους οι αστυνομικοί, έχει καταγραφεί η πρώτη συνάντηση της Τζόρνταν με έναν άνθρωπο εκτός της οικογένειάς της. Ο αστυνομικός εμφανίζεται σχετικά δύσπιστος με τα απίστευτα που ακούει σχετικά με τα όσα συμβαίνουν μέσα στο σπίτι και την ρωτά: «Έχεις κάποια απόδειξη γι’ αυτά;».


Η αδερφή της Τζόρνταν , η Τζένιφερ, ήξερε ότι οι άνθρωποι που θα συναντούσε η αδερφή της θα ζητούσαν αποδείξεις. Έτσι, είχε βοηθήσει την Τζόρνταν να βγάλει φωτογραφίες από τα αλυσοδεμένα και υποσιτισμένα αδέρφια τους με το παλιό κινητό που είχαν βρει και η Τζόρνταν ήταν προετοιμασμένη για την ερώτηση. Όταν οι αστυνομικοί είδαν τις φωτογραφίες, μετά το πρώτο σοκ από όσα αντίκριζαν, αποφάσισαν να μπουν στο σπίτι με το πρόσχημα ενός «τυπικού ελέγχου».

Ο έλεγχος

Οι αστυνομικοί χτυπούσαν επί δύο λεπτά την πόρτα του σπιτιού πριν ανοίξουν τελικά οι γονείς, ο Ντέιβιντ και η Λουίζ Τέρπιν. Όπως φαίνεται στις κάμερες από τις στολές των αστυνομικών, το ζευγάρι υποστηρίζει ότι καθυστέρησε να ανοίξει επειδή κοιμούνταν.

Οι αστυνομικοί εξηγούν ότι θα πρέπει να κάνουν έναν τυπικό έλεγχο στο σπίτι εξαιτίας ενός τηλεφωνήματος που έλαβαν από μια κόρη τους. Μπαίνοντας στο σπίτι οι αστυνομικοί αντίκρισαν απίστευτες ποσότητες σκουπιδιών, ακαθαρσιών, σαπισμένου φαγητού και μια σειρά από βρόμικα, χλωμά και απίστευτα αδύνατα παιδιά. Σε ένα από τα δωμάτια ανακάλυψαν δύο αδύναμα και βρόμικα κορίτσια δεμένα με χειροπέδες και γεμάτα με μελανιές στα χέρια.

Σε ένα άλλο δωμάτιο, ένα αγόρι ήταν δεμένο με χειροπέδες στο κρεβάτι, όπου βρισκόταν καθηλωμένο, όπως αποκαλύφθηκε, για εβδομάδες. Οι αστυνομικοί προσπαθούσαν να λύσουν το παιδί καθώς συλλάμβαναν τους γονείς και όταν τους ζήτησαν να τους δώσουν το κλειδί από τις χειροπέδες, η μητέρα ακούγεται να λέει κυνικά: «Περί αυτού πρόκειται;» με τον αστυνομικό να της απαντά «Σίγουρα είναι και αυτό».

Το γραφείο του σερίφη σε ανακοίνωση που εξέδωσε τότε ανέφερε ότι οι αστυνομικοί θεώρησαν ότι βρήκαν μέσα στο σπίτι 12 ανήλικα παιδιά, ωστόσο σοκαρίστηκαν όταν αντιλήφθηκαν ότι εφτά από αυτά ήταν ενήλικες. Εξαιτίας του υποσιτισμού τους και της αδυναμίας τους δεν θύμιζαν σε τίποτα ενήλικο άνθρωπο. Ο εισαγγελέας της επαρχίας Ριβερσάιντ, Μάικ Χέρστιν, δήλωσε αργότερα ότι αυτή ήταν μια από τις «χειρότερες, πιο βίαιες υποθέσεις κακοποίησης παιδιών» που έχει δει ποτέ.

Εκείνο το πρωί, η Τζόρνταν βρισκόταν ασφαλής μέσα στο περιπολικό ενώ έβλεπε τους γονείς της, Ντέιβιντ και Λουίζ να συλλαμβάνονται. Το ζευγάρι καταδικάστηκε τελικά σε 25 χρόνια φυλακή, αφού δήλωσε ένοχο και για τις 14 κατηγορίες του απαγγέλθηκαν, μεταξύ των οποίων βασανισμό, κακοποίηση ενηλίκων, έκθεση ανηλίκων σε κίνδυνο, παράνομη κράτηση. Ο πατέρας, μέσω του δικηγόρου του, δήλωσε ότι δεν είχε ποτέ πρόθεση να βλάψει τα παιδιά του.

Τα βασανιστήρια και η κόλαση

Τα 13 παιδιά των Τέρπιν αμέσως μετά τη διάσωσή τους οδηγήθηκαν στο νοσοκομείο, όπου δέχθηκαν ιατρική φροντίδα για μια μεγάλη σειρά προβλημάτων. Κάποια από αυτά ήταν τόσο σκελετωμένα που μετά βίας περπατούσαν, ενώ άλλα είχαν καρδιακά προβλήματα εξαιτίας της έλλειψης θρεπτικών συστατικών στη διατροφή τους. Είναι ενδεικτικό ότι το χέρι ενός από τα παιδιά που βρισκόταν στην προεφηβεία είχε το μέγεθος ενός μωρού 4,5 μηνών!

Τα παιδιά είχαν περιορισμένες ικανότητες ομιλίας και ήξεραν ελάχιστα πράγματα για τον έξω κόσμο. Κάποια από τα παιδιά δεν υπέφεραν μόνο στο σώμα από την έλλειψη φαγητού και θρεπτικών συστατικών, αλλά και είχαν και διανοητικές αναπηρίες και «νευροπάθειες, οι οποίες προκλήθηκαν από την μακρά φυσική κακοποίησή τους», ανέφερε ο εισαγγελέας Χέρστιν.

Η Τζένιφερ Τέρπιν, η μεγαλύτερη από τα αδέρφια, είπε ότι η «μόνη λέξη» που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να αποκαλέσει τις συνθήκες τους είναι «κόλαση».


Οι γονείς υπέβαλλαν τα 13 παιδιά τους σε μια συνεχόμενη λιμοκτονία, ενώ τα έδεναν συχνά με χειροπέδες και τους έβαζαν σε απόσταση αναπνοής διάφορα φαγητά που τα παιδιά όμως δεν μπορούσαν να φτάσουν. Κανένα από τα παιδιά δεν είχε επισκεφτεί γιατρό για περισσότερα από τέσσερα χρόνια και κανένα δεν είχε πάει ποτέ στον οδοντίατρο.

Συνήθως το φαγητό που έτρωγαν ήταν σάντουιτς με φυστικοβούτυρο, όπως είπαν οι δύο αδερφές. Σε σπάνιες περιπτώσεις τους έδιναν παγωμένα φαγητά. Αν τα παιδιά πεινούσαν ακόμα και οι γονείς τους έπιαναν να προσπαθούν να βρουν κάτι να φάνε τους τιμωρούσαν ανελέητα. Κάποιες φορές τα παιδιά ήταν τόσο πεινασμένα που έτρωγαν κέτσαπ και παγάκια. Την ίδια στιγμή, οι γονείς έτρωγαν κανονικά και πλουσιοπάροχα. Μάλιστα μερικές φορές μπορεί να έλειπαν για πολλές μέρες ή εβδομάδες από το σπίτι έχοντας παρατήσει τα παιδιά κλειδωμένα και με ελάχιστο φαγητό.

Οι γονείς αγόραζαν παιχνίδια για τα παιδιά τους αλλά δεν τους άφηναν να τα ανοίξουν, προκαλώντας τους ψυχολογικά βασανιστήρια. Επίσης, οι αστυνομικοί αποκάλυψαν στο δικαστήριο ότι στα παιδιά επιτρεπόταν να κάνουν ντους μόνο μία φορά το χρόνο.

Η Τζένιφερ αφηγήθηκε στην Νταϊάν Σόγιερ και το ABC ότι  στην τρίτη τάξη του δημοτικού σταμάτησε να πηγαίνει σχολείο και οι γονείς της την έγραψαν σε ένα ψεύτικο σχολείο που υποτίθεται ότι ίδρυσαν στο σπίτι με διευθυντή τον πατέρα τους. Όπως λέει, οι γονείς τους δικαιολογούσαν την κακοποίηση μέσω της θρησκείας.

«Πραγματικά χρησιμοποιούσαν την βίβλο, για να μας εξηγήσουν την συμπεριφορά τους», λέει η Τζένιφερ εξηγώντας ότι η ίδια και τα αδέρφια της μπορεί να ξυλοκοπούνταν με βέργες και να κλειδώνονταν σε κλουβιά επειδή έδειξαν ανυπακοή στους γονείς τους ή επειδή έφαγαν το φαγητό τους.

«Φοβόμουν τόσο πολύ να κάνω το παραμικρό λάθος. Αν έκανα ένα μικρό λάθος θα με ξυλοκοπούσαν. Και όχι μόνο θα με έδερναν αλλά δεν θα σταματούσαν μέχρι να ματώσω», ανέφερε η Τζένιφερ στη συνέντευξη.

Τα παιδιά εξαναγκάζονταν να κοιμούνται κατά τη διάρκεια της ημέρας και τις νύχτες έπρεπε να μένουν μακριά από τα παράθυρα για να μην τους δουν οι γείτονες. Πράγματι μετά την ανακάλυψη όλοι οι γείτονες δήλωσαν ότι δεν είχαν ιδέα τι συνέβαινε στο σπίτι.

Η Τζόρνταν μιλώντας στο ABC θυμήθηκε την πρώτη φορά που άρχισε να σκέφτεται ότι η ζωή μπορεί να μην είναι όπως αυτή που έχει γνωρίσει η ίδια. Ο λόγος ήταν ο τραγουδιστής Τζάστιν Μπίμπερ, ο οποίος με τα τραγούδια και τις συνεντεύξεις του έκανε την Τζόρνταν να νιώθει πως μιλούσε σε αυτή. Η Τζόρνταν είδε τα βίντεο στο κινητό που είχε κρυφά ένας αδερφός της.

«Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι υπάρχει ένα τελείως διαφορετικός κόσμος εκεί έξω», λέει η Τζόρνταν.

Της άρεσε να βλέπει τις συνεντεύξεις του και να μαθαίνει νέες λέξεις. Επίσης είχε δει λίγο από τις σειρές της Disney «Hannah Montana» και «High School Musical».

«Σε αυτές τις σειρές οι κόρες έμοιαζαν να μπορούν να μιλήσουν στις μαμάδες τους. Έτσι είναι πράγματι ο έξω κόσμος;», θυμάται ότι αναρωτιόταν.

Ωστόσο, μια μέρα η μητέρα της την έπιασε να βλέπει το βίντεο του Μπίμπερ και προσπάθησε να την πνίξει με τα ίδια της τα χέρια. «Πίστεψα ότι εκείνη τη μέρα θα πεθάνω. Μετά από αυτό είχα συνέχεια εφιάλτες ότι με σκοτώνει», αφηγήθηκε.

Ελεύθεροι, αλλά ακόμα παραμελημένοι

Όταν η Τζένιφερ Τέρπιν βρέθηκε στο νοσοκομείο μετά τη διάσωσή τους ένιωσε για πρώτη φορά ελεύθερη. Η ίδια θυμάται ότι άρχισε να χορεύει από τη χαρά της.

«Έπαιζε μουσική και σηκώθηκα από το κρεβάτι. Σιγουρεύτηκα ότι υπήρχε χώρος και άρχισα να χορεύω», λέει η 33χρονη σήμερα Τζένιφερ.

Κάποια στιγμή, τα παιδιά επισκέφτηκαν μια παιδική χαρά:

«Ήμουν τόσο ενθουσιασμένη γιατί μπορούσα να μυρίσω τον αέρα, μπορούσα να μυρίσω το γρασίδι. Σκεφτόμουν ‘πώς γίνεται ο παράδεισος να είναι καλύτερο από αυτό;’. Θεέ μου είμαι τόσο ελεύθερη, αυτή είναι η ζωή», λέει από την πλευρά της η Τζόρνταν.

Ωστόσο, παρόλο που τα παιδιά έχουν καταφέρει να επιζήσουν από έναν εφιάλτη που οι περισσότεροι δεν θα μπορούσαν καν να φανταστούν δεν είναι ακόμα ασφαλή.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του ABC, κάποια από τα παιδιά τοποθετήθηκαν σε ανάδοχη οικογένεια, η οποία στη συνέχεια συνελήφθη και καταδικάστηκε για την κακοποποίηση αρκετών παιδιών που είχαν στην επίβλεψή τους, συμπεριλαμβανομένου και τουλάχιστον ενός παιδιού των Τέρπιν.

Ένα άλλο από τα παιδιά, ένα κορίτσι που πλέον είναι ενήλικη, τοποθετήθηκε σε μια ανάδοχη οικογένεια όπου οι ανάδοχοι της είπαν ότι τώρα καταλαβαίνουν γιατί οι γονείς της την έδεναν με χειροπέδες.

«Νιώθουν προδομένοι», αναφέρει η Μελίσα Ντόναλντσον, η διευθύντρια των Υπηρεσιών Προστασίας Θυμάτων της επαρχίας Ρίβερσαϊντ. Όπως λέει πολλά από τα παιδιά δεν έχουν πάντα ασφαλές μέρος για να μείνουν και κάποιες φορές ούτε και αρκετό φαγητό για να τραφούν.

Ορισμένες φορές, κάποια από τα παιδιά των Τέρπιν δεν είχαν πρόσβαση σε στέγαση και έπρεπε να καταφύγουν στο Couchsurfing (υπηρεσία κυρίως για ταξιδιώτες όπου βρίσκουν δωρεάν φιλοξενία για λίγες μέρες) για να κοιμηθούν κάπου, σύμφωνα με την Ντόναλντσον, η οποία προσέθεσε ότι πηγαίνουν στα συσσίτια της εκκλησίας για λίγο φαγητό.

Το ίδιο παραδέχθηκε και η ενήλικη πλέον Τζόρνταν: «Δεν έχω κάποιο τρόπο για να βρω φαγητό αυτή τη στιγμή», τόνισε και εξήγησε πως η κατάσταση αυτή ξεκίνησε όταν βρήκε από το σύστημα αναδοχής τον Ιούλιο χωρίς να της δοθεί καμία βοήθεια για να εξασφαλίσει φαγητό, στέγαση ή ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Και η αδερφή της, Τζένιφερ, βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση: «Η αλήθεια είναι πως εκεί που ζω δεν είναι και η καλύτερη περιοχή», ανέφερε.

Παρόλο που συγκεντρώθηκαν 600.000 δολάρια από ανθρώπους από όλες τις ΗΠΑ, τα παιδιά δεν έχουν πρόσβαση σε αυτά τα χρήματα, ενώ οι ερωτήσεις στις αρχές της επαρχίας σχετικά με το γιατί συμβαίνει αυτό μένουν αναπάντητες, σύμφωνα με το ABC.

«Ζουν σε άθλιες συνθήκες, σε γειτονιές με αυξημένη εγκληματικότητα. Υπάρχουν χρήματα για την εκπαίδευσή τους και δεν έχουν πρόσβαση σε αυτά», τονίζει ο Χέρστιν.

«Θυματοποιούνται από το σύστημα ξανά και ξανά και είναι αδιανόητο για μένα ότι έχουμε τη χειρότερη υπόθεση κακοποίησης που έχω δει, ίσως τη χειρότερη που έχει συμβεί σε όλη την Καλιφόρνια, και ακόμα δεν έχουμε καταφέρει να τους καλύψουμε βασικές ανάγκες», τονίζει.

Παρά τα όσα πέρασαν και την τραγική κατάσταση που ακόμα αντιμετωπίζουν, η Τζένιφερ και η Τζόρνταν λένε ότι είναι αισιόδοξες για όσα επιφυλάσσει το μέλλον γι’ αυτές και τα αδέρφια τους.

«Θέλω οι άνθρωποι να δουν ότι (οι Τέρπιν) είναι δυνατοί. Δεν είναι αδύναμοι, δεν είναι σπασμένοι», ανέφερε η Τζένιφερ με την Τζόρνταν να συμφωνεί.