Έκλαιγε μπροστά στις κάμερες για τον νεκρό γιο του και 35 χρόνια μετά αποδείχθηκε ότι τον σκότωσε

Οι κάμερες τον κατέγραψαν να βρίσκει το σώμα του νεκρού του πεντάχρονου γιου. Χρειάστηκαν 35 χρόνια για να αποδειχθεί ότι αυτός ήταν ο δολοφόνος του

Το πρωί της 5ης Μαρτίου 1989, ο πεντάχρονος Τζάστιν Λι Τέρνερ ήταν ήδη εξαφανισμένος εδώ και δύο ημέρες. Η τοπική κοινότητα στο χωριό Μονκς Κόρνερ της Νότιας Καρολίνας είχε σημάνει συναγερμό και οι γονείς του παιδιού, εθελοντές και ο σερίφης χτένιζαν την περιοχή γύρω από το σπίτι της οικογένειας για οποιοδήποτε σημάδι του. Στο σημείο βρισκόταν και η κάμερα του τοπικού τηλεοπτικού σταθμού που κάλυπτε την υπόθεση.

Κάποια στιγμή, η κάμερα γύρισε και κατέγραψε τον πατέρα του παιδιού, τον 34χρονο τότε Βίκτορ Λι Τέρνερ, που έψαχνε το παιδί του. Κάποια στιγμή, ο πατέρας μπαίνει σε ένα κοντέινερ. Σοκαρισμένος πισωπατά και λέει «Ο γιος μου είναι εκεί μέσα». Με ασταθή βήματα φτάνει στο ξύλινο μπαλκόνι του σπιτιού του και αρχίζει να κλαίει βάζοντας το πρόσωπό του μέσα στα χέρια του.



Χρειάστηκε να περάσουν 35 χρόνια για να αποδειχθεί ότι τελικά ο Βίκτορ Λι Τέρνερ ήταν αυτός που είχε σκοτώσει τον πεντάχρονο γιο του και ότι εκείνη την ημέρα έδινε απλώς μια παράσταση.

«Δεν μπήκε ποτέ σε εκείνο το λεωφορείο»

Η οικογένεια του 5χρονου Τζάστιν είχε δηλώσει την εξαφάνισή του στις 3 Μαρτίου 1989. Όπως είπαν στις αρχές, εκείνο το πρωί το παιδί έφυγε με το σχολικό λεωφορείο, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ.

«Δεν μπήκε ποτέ σε εκείνο το λεωφορείο. Δεν μπήκε ποτέ στο λεωφορείο, γιατί ήταν ήδη νεκρός μέσα σε αυτό το σπίτι», λέει τώρα ο σερίφης της κομητείας Μπέρκλεϊ, Ντουέιν Λιούις, ο οποίος ανακοίνωσε την σύλληψη του 69χρονου πλέον Βίκτορ Λι Τέρνερ και της 63χρονης συζύγου του και μητριάς του παιδιού, Μέγκαν Ρενέ Τέρνερ. «Κι αυτό γιατί είχε δολοφονηθεί. Και είχε δολοφονηθεί από τη μητριά του και τον πατέρα του και τον είχαν αφήσει σε ένα κοντέινερ πίσω από το σπίτι τους», τόνισε.

Στα σχεδόν 35 χρόνια που ακολούθησαν, ο θάνατος του Τζάστιν παρέμεινε άλυτος. Όμως, την Τετάρτη 10 Ιανουαρίου 2024, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι συνέλαβαν τον πατέρα και τη θετή μητέρα του αγοριού για φόνο, κατηγορώντας τους ότι στραγγάλισαν το αγόρι, έκρυψαν το σώμα του και στη συνέχεια προσποιήθηκαν ότι το βρήκαν καθώς οι εθελοντές του σερίφη της κομητείας προσπαθούσαν να τους βοηθήσουν να βρουν το εξαφανισμένο παιδί.

«Ήξερε ακριβώς πού βρισκόταν ο Τζάστιν», πρόσθεσε ο ντετέκτιβ.

Παρόλο που οι ερευνητές είχαν υποψιαστεί από την πρώτη στιγμή τους Τέρνερ δεν είχαν ποτέ αρκετά στοιχεία για να υποστηρίξουν την υπόθεσή τους, είπε ο σερίφης Λιούις στη συνέντευξη Τύπου. Μάλιστα, κάποια στιγμή, η Μέγκαν Τέρνερ κατηγορήθηκε για τον θάνατο του Τζάστιν, αλλά η υπόθεση κατέπεσε καθώς δεν υπήρχαν στοιχεία, είπε ο σερίφης.

Λίγο καιρό μετά το ζευγάρι μετακόμισε, η Μέγκαν άλλαξε το όνομά της σε Πάμελα και οι ερευνητές δεν είχαν ξανά νέα τους.

«Δεν έλαβα ποτέ ένα τηλεφώνημα από αυτούς- ένα τηλεφώνημα από τον μπαμπά ή τη θετή μητέρα του να με ρωτήσουν: "Τι κάνετε με τον θάνατο του γιου μου;" Ούτε ένα τηλεφώνημα. Τι σας λέει αυτό;», είπε ο Λούις.

Η υπόθεση ξανανοίγει

Τον Απρίλιο του 2021 οι ερευνητές άρχισαν να επανεξετάζουν την υπόθεση που για τρεις δεκαετίες είχε μπει στο αρχείο. Οι αρχές άρχισαν να επαναξιολογούν τα φυσικά στοιχεία που συλλέχθηκαν από τον τόπο του εγκλήματος το 1989 και τα πορίσματα των ιατροδικαστών. Αρχικά, οι ερευνητές βρήκαν ασυνέπειες στην αφήγηση της οικογένειας Τέρνερ για την εξαφάνιση του Τζάστιν.

Η ένορκη κατάθεση ανέφερε ότι η Μέγκαν Τέρνερ είχε υποστηρίξει ότι ο Τζάστιν δεν κατέβηκε ποτέ από το σχολικό λεωφορείο της επιστροφής εκείνο το απόγευμα Παρασκευής του Μαρτίου 1989. Αλλά οι μάρτυρες είπαν στους ερευνητές ότι δεν είχαν δει το αγόρι ποτέ να μπαίνει στο λεωφορείο το πρωί και ότι έλειπε από το Δημοτικό Σχολείο Γουάιτσβιλ όλη την ημέρα.

Η μητριά του αγοριού, Μέγκαν Τέρνερ, είχε εξηγήσει ότι κανονικά παρακολουθούσε κάθε πρωί τον Τζάστιν να φεύγει από το σπίτι και να μπαίνει στο λεωφορείο. Αλλά εκείνη την Παρασκευή, είπε στους ανακριτές, ότι όταν εκείνος έφυγε για το σχολείο η ίδια έκανε ντους, επειδή δεν ένιωθε καλά.

Δύο ημέρες μετά την εξαφάνιση και πριν βρεθεί το πτώμα του παιδιού, ο Τέρνερ έδειξε μια «προφανή επίγνωση» της μοίρας του αγοριού ρωτώντας τους αστυνομικούς τι θα συνέβαινε εάν ένα άτομο που ήταν μέλος της οικογένειας είχε βλάψει ή σκοτώσει το αγόρι, ανέφερε η ένορκη κατάθεση.



Ο τοπικός τηλεοπτικός σταθμός WCBD κατέγραψε τον Τέρνερ να μπαίνει στο κοντέινερ, για να αναζητήσει τον γιο του. Ένας υπάλληλος του σταθμού τον είδε να ανοίγει ντουλάπια και συρτάρια πριν βρει το σώμα του Τζάστιν «μέσα σε δευτερόλεπτα» αφότου μπήκε μέσα στο κοντέινερ. Ο Τέρνερ «προσποιήθηκε» ότι τον βρήκε και δεν έλεγξε ποτέ το παιδί του για τυχόν σημάδια ζωής, αναφέρει ο ντεντέκτιβ της κομητείας Τζον Πλιτς.

«Αντί να αντιδράσει όταν βρήκε τον γιο του και να ελέγξει προσωπικά για οποιαδήποτε ένδειξη ζωής, ο Βίκτορ Τέρνερ βγήκε αμέσως από το κοντέινερ σχολιάζοντας: «Είναι εκεί μέσα, ο γιος μου είναι εκεί μέσα». Κάποιος τον πλήγωσε», αναφέρει το ένταλμα σύλληψης.

Ο Τέρνερ εξηγώντας τότε γιατί δεν προσπάθησε να δει αν ο γιος του ήταν ζωντανός είπε στους ανακριτές ότι ο Τζάστιν «φαινόταν νεκρός», ότι «μπορούσε να αισθανθεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του» και ότι «δεν τον άγγιξε», σύμφωνα με το ένταλμα.

Εκτός από την ύποπτη συμπεριφορά του ζευγαριού, η βοήθεια της νέας τεχνολογίας που πλέον έχουν στη διάθεσή τους οι αρχές ήταν η πλέον κρίσιμη. Οι ερευνητές μπόρεσαν να προσδιορίσουν ότι οι ίνες που βρέθηκαν στο σπίτι των Τέρνερ ταιριάζουν με αυτές που βρέθηκαν στις πληγές από τον στραγγαλισμό που είχε στο λαιμό του ο Τζάστιν καθώς και στα ρούχα που φορούσε. Δεν υπήρχαν χώματα ή άλλα υλικά στο σώμα του παιδιού, τα ρούχα ή τα παπούτσια του, υποδηλώνοντας ότι είχε μεταφερθεί από το σπίτι στο κοντέινερ, ενώ ήταν ήδη νεκρό, ανέφερε ο σερίφης.

«Ελπίζω και προσεύχομαι ο Τζάστιν να κοιτάζει από τον ουρανό και να χαίρεται που σήμερα υπάρχει λίγη δικαιοσύνη», είπε ο Λιούις. «Υπάρχει ακόμα λίγη δικαιοσύνη σε αυτή τη χώρα».

«Σήμερα, ο Τζάστιν θα ήταν 40 ετών. Θα μπορούσε να είχε αποφοιτήσει από το γυμνάσιο, να έχει πάει στο κολέγιο, να έχει παντρευτεί και να είχε κάνει παιδιά, να είναι παραγωγικός πολίτης», είπε ο Λιούις. «Αλλά δεν ήταν, γιατί πιστεύουμε ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι το του στέρησαν».

Η Έιμι Πάρσονς, ξαδέρφη του Τζάστιν που ήταν 8 ετών όταν πέθανε το αγόρι, από την πλευρά της δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου ότι οι γονείς του παιδιού «ήταν ελεύθεροι για 34 χρόνια, ενώ η οικογένειά μας υπέφερε. Δεν τους αξίζει ούτε άλλη μια μέρα που δεν θα είναι πίσω από αυτά τα κάγκελα».

«Έπρεπε να τον φροντίζεις και να τον αγαπάς», είπε η Πάρσονς. «Και αντ' αυτού, τον βασάνισες, τον κακοποίησες και τον δολοφόνησες. Το παιδί σου», ανέφερε απευθυνόμενη στον Βίκτορ Τέρνερ.

Οι δικηγόροι των Βίκτορ και Μέγκαν Τέρνερ δεν έχουν σχολιάσει επίσημα τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει το ζευγάρι.