Τέσσερις ξύλινοι πίνακες 2.500 ετών από την Κορινθία που δεν έπρεπε να υπάρχουν

Η ύπαρξή τους μοιάζει σχεδόν με «θαύμα». Η μοναδική ιστορία τεσσάρων ξύλινων πινακίδων που βρέθηκαν άθικτες σχεδόν 2.500 χρόνια μετά


Όλοι γνωρίζουμε ότι το ξύλο ως φυσικό και μαλακό προϊόν αποσυντίθεται εύκολα μέσα σε λίγα χρόνια. Γι’ αυτόν ακριβώς δεν έχουμε σχεδόν κανένα ξύλινο μνημείο να σώζεται από την αρχαιότητα παρόλο που, όπως και σήμερα, οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν το ξύλο κατά κόρον τόσο για αγάλματα όσο και ως «καμβάδες» αλλά και για μια σειρά από πολλές κατασκευές, μικρές ή μεγαλύτερες.

Μια μοναδική σχεδόν θαυμαστή εξαίρεση αποτελούν τέσσερις σανίδες ξύλου που λειτούργησαν ως πινακίδες ζωγραφικής πριν από περισσότερα από 2.500 χρόνια και όμως έχουν διασωθεί σχεδόν ατόφιες.

Πρόκειται για τους τέσσερις πίνακες που βρέθηκαν σε ένα σπήλαιο κοντά στο χωριό Πιτσά της Κορινθίας. Το μοναδικό σχετικά με αυτούς τους πίνακες είναι ότι βρέθηκαν ζωγραφισμένες και χωρίς να έχουν υποστεί σημαντικές αλλοιώσεις, ενώ το ξύλο τους παραμένει «ζωντανό».

Με μια ανάρτησή του ο Διονύσης Αντωνόπουλος εξηγεί πώς ακριβώς κατάφεραν να φτάσουν ως τις μέρες αλώβητες και γιατί είναι τόσο σημαντικές.

Δείτε όλη την ανάρτηση:

 Τέσσερις σανίδες ξύλο που δεν έπρεπε να υπάρχουν

Σκεφτείτε ένα κομμάτι ξύλο. Κυπαρίσσι, λεπτό, καλυμμένο με ένα στρώμα γύψου και πάνω του χρώματα. Κόκκινο από κιννάβαρι, μπλε από αζουρίτη, κίτρινο από ώχρα.

Σκεφτείτε τώρα ότι αυτό το κομμάτι ξύλο ζωγραφίστηκε γύρω στο 540 π.Χ., όταν ο Πεισίστρατος κυβερνούσε ακόμα την Αθήνα και ο Πυθαγόρας ήταν περίπου σαράντα ετών.

Δυόμισι χιλιάδες πεντακόσια χρόνια αργότερα, υπάρχει ακόμα. Έχει επιβιώσει.

Δεν έπρεπε. Το ξύλο σαπίζει. Η υγρασία το διαλύει, οι μύκητες το τρώνε, ο χρόνος το μετατρέπει σε σκόνη. Από όλη την αρχαϊκή Ελλάδα, από αμέτρητες ζωγραφισμένες σανίδες που στόλιζαν ιερά και σπίτια, σώθηκαν τέσσερις. Και βρέθηκαν όλες στο ίδιο μέρος.

Ένα σπήλαιο στην Κορινθία

Το 1934, ο αρχαιολόγος Αναστάσιος Ορλάνδος ανέσκαψε ένα ασβεστολιθικό σπήλαιο κοντά στο χωριό Πιτσά, στην ορεινή Κορινθία. Αυτό που βρήκε άλλαξε όσα ξέραμε για την αρχαία ελληνική ζωγραφική. Όχι επειδή οι πίνακες ήταν αριστουργήματα, αν και είναι όμορφοι, αλλά επειδή ήταν εκεί. Επειδή υπήρχαν.

Ο λόγος έχει να κάνει με γεωλογία πριν από την τέχνη. Το σπήλαιο είναι κλειστό, βαθύ μέσα στον ασβεστόλιθο, με σταθερή θερμοκρασία και πολύ χαμηλή υγρασία. Δεν υπάρχουν εκείνες οι μεγάλες εναλλαγές ξηρασίας και βροχής που σαπίζουν το οργανικό υλικό. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα φυσικό χρηματοκιβώτιο. Το κυπαρίσσι μπήκε εκεί κάποια στιγμή τον 6ο αιώνα π.Χ. και απλώς έμεινε.

Πάνω στους πίνακες υπάρχουν επιγραφές. Γραμμένες στο τοπικό κορινθιακό αλφάβητο, διαφορετικό από το αττικό, μερικές από αυτές βουστροφηδόν, που σημαίνει ότι η μία γραμμή πάει αριστερά προς τα δεξιά και η επόμενη το αντίθετο, σαν βόδι που οργώνει χωράφι. Η πιο διάσημη φράση λέει «ΤΑΙΣ ΝΥΜΦΑΙΣ ΑΝΕΘΕΚΕ», αφιερώθηκε στις Νύμφες. Και ακολουθούν ονόματα. Ευθυδίκα. Εύκολις. Άνθρωποι που πέρασαν από εκεί, παρήγγειλαν έναν πίνακα, τον αφιέρωσαν και έφυγαν.

Η σκηνή της θυσίας

Σε έναν από τους πίνακες υπάρχει μια πομπή. Άνθρωποι κατευθύνονται προς έναν βωμό, οδηγώντας ένα πρόβατο. Κρατούν κλάδους, οινοχόες, φιάλες. Κάτι στη σκηνή τραβάει την προσοχή των ερευνητών. Στην πρώτη γραμμή της πομπής, εκείνοι που ηγούνται της τελετής, εκείνοι που κρατούν τα σπονδικά αγγεία, είναι γυναίκες.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι πιθανώς οι γυναίκες είχαν πρωτεύοντα ρόλο στις τελετουργίες αυτού του ιερού. Η εικονογραφία το υποδηλώνει, τα ονόματα στις αφιερώσεις το ενισχύουν. Δεν είναι ωστόσο βέβαιο.

Μια διαφορετική ανάγνωση θα έλεγε ότι οι γυναίκες απεικονίζονται επειδή η λατρεία των Νυμφών συνδέεται με τον γάμο, τον τοκετό και τη μετάβαση στην ενηλικίωση, χωρίς απαραίτητα να σημαίνει ότι ήλεγχαν θεσμικά την τελετή. Είναι μια εύλογη επιφύλαξη. Η εικόνα δεν αποδεικνύει αυτόματα την εξουσία.



Ό,τι κι αν ισχύει, η σκηνή στρέφει το βλέμμα μας σε μια πτυχή της αρχαϊκής Κορίνθου που σπάνια αποτυπώνεται τόσο άμεσα. Γυναίκες με ονόματα, σε δημόσια θρησκευτική δράση, σε μια κοινωνία την οποία συνηθίζουμε να φανταζόμαστε αυστηρά πατριαρχική.

Νύμφες, σπήλαια, νερό

Η λατρεία των Νυμφών στον αρχαίο ελληνικό κόσμο είχε σταθερή χωρική λογική. Όπου υπήρχαν πηγές, ρέοντα νερά, σπήλαια με υγρασία ή απομονωμένα ορεινά καταφύγια, εκεί αναζητούσαν οι αρχαίοι τις Νύμφες.

Το Σπήλαιο Πιτσά εντάσσεται ακριβώς σε αυτό το δίκτυο αγροτικών ιερών της Κορινθίας. Δεν ήταν μεγάλο ιερό, δεν είχε ναό, δεν είχε ιερατείο γνωστών ονομάτων. Ήταν ένας τόπος όπου οι κάτοικοι της περιοχής ανέβαιναν, ίσως σε συγκεκριμένες εποχές του χρόνου, για να αφήσουν ένα δώρο.

Τα ευρήματα δείχνουν ότι η χρήση του ξεκίνησε ήδη τον 7ο αιώνα π.Χ. και συνεχίστηκε, σε κάποια μορφή, μέχρι τους ρωμαϊκούς χρόνους. Αυτό είναι μια διάρκεια άνω των οκτακοσίων ετών. Πήλινα ειδώλια, χάλκινα σκεύη, κεραμική. Εκατοντάδες αντικείμενα που μαρτυρούν μια μακρά παρουσία ανθρώπων που ζητούσαν κάτι από αυτές τις θεότητες των πηγών.

Τι ξέρουμε και τι παραμένει ανοιχτό

Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι το σπήλαιο ήταν, τουλάχιστον στην αρχαϊκή περίοδο, ιερό αφιερωμένο στις Νύμφες. Αυτό προκύπτει από τις ίδιες τις επιγραφές, την εικονογραφία και τη μαζική παρουσία αναθηματικού υλικού.

Συμφωνούν επίσης ότι η διατήρηση του ξύλου οφείλεται στο μικροκλίμα και στη γεωλογία του χώρου, ότι οι χρωστικές προέρχονται από φυσικά ορυκτά και ότι το αλφάβητο των επιγραφών χρονολογεί τους πίνακες με ασφάλεια στο γ’ τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ.

Πολλά παραμένουν ανοιχτά. Δεν γνωρίζουμε αν τελούνταν πραγματικές θυσίες μέσα στο σπήλαιο ή αν οι πιστοί έφερναν τα αναθήματά τους ολοκληρωμένα από αλλού.

Δεν έχουμε ισοτοπικές αναλύσεις που θα μας έλεγαν από πού ταξίδεψε το κιννάβαρι, αν προέρχεται από την Ισπανία, τα Βαλκάνια ή την Ανατολή. Δεν υπάρχει σύγχρονη χρονολόγηση του υλικού με ραδιοάνθρακα. Και υπάρχει μια ειλικρινής επιστημονική αυτοκριτική που πρέπει να διατυπωθεί.

Θεωρούμε αυτούς τους πίνακες κορυφαία δείγματα της κορινθιακής ζωγραφικής, αλλά ίσως είναι απλώς το μόνο δείγμα που σώθηκε. Δεν μπορούμε να τους συγκρίνουμε με τίποτε άλλο, γιατί τίποτε άλλο δεν επέζησε.

Γιατί έχει σημασία σήμερα

Όταν ένα μνημείο επιβιώνει χάρη στη φυσική γεωλογία ενός σπηλαίου, το ερώτημα της συντήρησης παύει να είναι αποκλειστικά αρχαιολογικό. Γίνεται ερώτημα κλιματικό. Σήμερα, που οι θερμοκρασιακές διακυμάνσεις και η μεταβολή της υγρασίας απειλούν αρχαιολογικούς χώρους σε όλη τη Μεσόγειο, το παράδειγμα του Πιτσά μάς θυμίζει πόσο εύθραυστη είναι αυτή η ισορροπία.

Η σταθερότητα ενός μικροκλίματος δύο χιλιάδων πεντακοσίων ετών μπορεί να ανατραπεί μέσα σε λίγες δεκαετίες.

Παράλληλα, η σκηνή των γυναικών που ηγούνται μιας τελετουργίας ανοίγει ένα παράθυρο σε διαστάσεις της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας που δεν χωρούν εύκολα στις γενικεύσεις μας.

Η ιστορία είναι πάντα πιο πολύπλοκη από τα σχήματα που της επιβάλλουμε. Τέσσερις σανίδες ξύλου, που δεν έπρεπε να υπάρχουν, μας υπενθυμίζουν αυτή την πολυπλοκότητα.

Έρευνα & Επιμέλεια Δ. Αντωνόπουλος