«Ο Πανούσης της σκηνής δεν έχει καμία σχέση με αυτόν της ζωής»


Τρία χρόνια χωρίς τον Τζίμη Πανούση. Σε μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις μιλάει για τα όρια της σάτιρας, τα χρήματα, τις εμμονές και το πόσο διαφορετικός ήταν στην καθημερινότητα του από αυτό που βλέπαμε στη σκηνή

Ο Τζίμης Πανούσης δεν είχε καν εμφανιστεί στην σκηνή για την παράσταση Vasileros Bromas. Τα video wall έδιναν τον τόνο για το τι θ' ακολουθήσει. Ξαφνικά τέσσερα πέη σχημάτισαν έναν σταυρό που εξελίχθηκε σε αγκυλωτό. Κάποιοι (λίγοι αλλά αρκετοί για να μη περάσουν απαρατήρητοι) σηκώθηκαν και κατευθύνθηκαν προς την έξοδο. Ο Τζιμάκος τους είδε και όταν βγήκε στη σκηνή είπε: «Τι να κάνουμε, δεν αντέχουν όλοι. Καλύτερα ίσως, γιατί δεν είχαν καταλάβει που ήρθαν».

Ο Τζιμης Πανούσης ήταν η επιτομή της ωμής και χωρίς όριο σάτιρας. Ξεγύμνωνε τον μικροαστισμό και «άγγιζε» τις... ιερές αγελάδες της ελληνικής κοινωνίας. Ένα «γυφτάκι στην Πανεπιστημίου», ένα «παιδί του σωλήνα» που σκάβει τον «λάκκο με τ' αστεία» και η «πρώτη μάνα τραβεστί». Όπως όλοι μας, είχε τις εμμονές και τις αδυναμίες του. Πάνω στη σκηνή όμως ήταν ατρόμητος και παράλληλα τόσο ανθρώπινος. Μια αίθουσα που σειόταν από τ' αστεία του για τον αρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο και το ΚΚΕ θα μετατρεπόταν σε «εκκλησία» όταν τραγουδούσε το «Ο Μπελογιάννης ζει».

Στο «Ακίνδυνο Τραγουδάκι» του ο Γιάννης Αγγελάκας λέει: «Όσοι γελούν κι όσοι χλευάζουν, όσοι ασκόπως τριγυρνάνε και ρεμβάζουν, είναι επικίνδυνοι και με τρομάζουν. Είναι επικίνδυνοι όλοι αυτοί, οι ονειροπόλοι, οι χαμένοι, οι τρελοί, θα έπρεπε κιόλας να 'χουν ήδη συλληφθεί». Θα μπορούσε κάλλιστα να αναφέρεται στον Τζίμη Πανούση.

Μας άφησε μια μέρα σαν σήμερα το 2018. Βρισκόταν στο σπίτι του όταν η καρδιά του τον πρόδωσε και παρά τις προσπάθειες των γιατρών στον Ερυθρό Σταυρό δεν επανήλθε.


Ακολουθεί μια από τις τελευταίες του συνεντεύξεις. Την έδωσε στη δημοσιογράφο Αναστασία Κούκα και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Έθνος στις 11 Νοεμβρίου 2017.

Τι είναι αυτό που σάς οδηγεί κάθε φορά πίσω στη σκηνή; Η καλλιτεχνική ή η οικονομική ανάγκη;

«Όλα ξεκινούν από την ανάγκη της επιβίωσης. Πρέπει να κάνω μια δουλειά για να ζήσω. Η καλλιτεχνική ανάγκη από την άλλη υπάρχει πάντα και δεν εκφράζεται μόνο μέσα από τις ζωντανές εμφανίσεις».

Η σάτιρα είναι αναγκαστικά συνυφασμένη με τα κακώς κείμενα;

«Ναι. Η δουλειά της σάτιρας είναι να στηλιτεύει τα κακώς κείμενα. Κι επειδή ασχολήθηκα το καλοκαίρι με τον Αριστοφάνη αντιλήφθηκα πως όλοι αυτοί που έγραφαν για το αρχαίο θέατρο είχαν το αναφαίρετο δικαίωμα να σατιρίζουν πολύ άγρια. Τότε βέβαια η εξουσία λάμβανε πολύ σοβαρά υπόψιν της τη σάτιρα. Κάθε εποχή όμως για να τα πεις θέλει έναν τρόπο».

Ο σατιρικός καλλιτέχνης είναι εμμονικός εν γένει;

«Η εμμονή είναι το βασικό στοιχείο της σάτιρας. Η σάτιρα είναι βαθιά αντιρατσιστική, είναι άκρως σαρκαστική, δηλαδή αν δεν σατιρίσεις τον εαυτό σου και τη μάνα σου δεν μπορείς να πας παρακάτω. Αυτόν που σατιρίζεις όμως τον αγαπάς βαθιά, τον συμπονάς. Κι εγώ έχω εμμονές, οι οποίες παραμένουν ίδιες εδώ και πολλά χρόνια. Είναι κάπως σαν το τελετουργικό της Θείας Λειτουργίας στην οποία γίνεται καθημερινά το ίδιο πράγμα για αιώνες και παρόλα αυτά το παρακολουθείς».


Στη φετινή σας παράσταση (Όλοι οι Χαζοί μπορούμε) ποια είναι τα πρόσωπα και τα θέματα που πρωταγωνιστούν;

«Αυτά που πρωταγωνιστούν και στη ζωή μας. Αν και αυτή τη φορά έχω προσπαθήσει να μην εστιάζω πλέον σε πολιτικά πρόσωπα των οποίων το επίπεδο πιστεύω πως είναι κάτω του μετρίου. Με έχουν κουράσει οι πολιτικοί, νομίζω το ίδιο και τον κόσμο. Θεωρώ μάλιστα πως όλα τα πολιτικά κόμματα πρέπει να εξαφανιστούν βιαίως όπως βιαίως έχουν μπει στη ζωή μας εδώ και δεκαετίες και μάς έχουν αλλάξει τα φώτα. Αναφέρομαι σε όλα τα κόμματα και όλα τα χρώματα. Προσπαθώ λοιπόν πλέον να ασχοληθώ με πιο ουσιαστικά θέματα. Βεβαίως παίζω πάντα με την εικόνα μου. Το νέο μου σύνθημα είναι “sex, drugs & troll”».

Όταν βρίσκεστε στη σκηνή με ποιους τρόπους αντιλαμβάνεστε τι είναι αυτό που θέλει κάθε φορά το κοινό;

«Οι δικές μου παραστάσεις είναι κατά κύριο λόγο αυτοσχεδιαστικές οπότε δοκιμάζω πράγματα διαδραστικά με τον κόσμο. Πολλές φορές παγώνω όταν αντιλαμβάνομαι ότι δεν περνάει αυτό που λέω και προσπαθώ, επί τόπου να το αλλάξω. Συνήθως αυτό που δεν περνάει είναι η σοβαροφάνεια. Ο κόσμος δεν ανέχεται να του κουνά ο καλλιτέχνης το δάχτυλο όσο κι αν τον αγαπάει. Η αλήθεια είναι πως θέλει πολύ δύναμη να παραδεχθείς ότι αυτό που κάνεις δεν είναι σωστό και πρέπει να το αλλάξεις. Κι έπειτα θέλει ετοιμότητα και εμπειρία για να κάνεις επί τόπου αλλαγές. Θέλει αυτό που λέμε να το 'χεις. Κι εγώ αυτή τη δουλειά δεν τη διάλεξα, εκείνη με διάλεξε».

Εκτός από όμορφες στιγμές αυτή η δουλειά σάς έχει χαρίσει και αρκετά χρήματα;

«Φυσικά, έχω βγάλει κατά καιρούς πολλά λεφτά. Τα έκανα ντουβάρια, σπίτια και τώρα δεν μπορώ να πληρώνω τον ΈΝΦΙΑ. Το real estate είναι το βίτσιο μου. Μου αρέσει πολύ να φτιάχνω και να αναμορφώνω πράγματα και χώρους. Τώρα τελευταία έφτιαξα έναν αιωρούμενο κύβο για να κοιμάμαι».

Ο Πανούσης της σκηνής έχει πολλά κοινά στοιχεία με τον Τζίμη της ζωής;

«Οι δύο αυτοί τύποι δεν έχουν καμία σχέση. Κατ΄ αρχάς στη ζωή μου δεν βρίζω σχεδόν ποτέ. Επίσης σε γενικές γραμμές είμαι πολύ ήσυχος, δεν είμαι το επίκεντρο της παρέας. Έγινα αυτό που έγινα τυχαία μέσα από την ανάγκη που ένιωθα να μεταμορφώνομαι».

Σε τι ακριβώς πιστεύει ο Τζίμης Πανούσης;

«Πιστεύω στον απλό λαϊκό άνθρωπο. Τέτοιοι ήταν ο Τρυγαίος του Αριστοφάνη, ο Βελουχιώτης που ανέβηκε στο βουνό, ο πατέρας μου που πήγε στη Μακρόνησο. Αυτοί είναι για μένα η πραγματική Αριστερά. Τώρα μάλιστα ετοιμάζω και μια ταινία που αναφέρεται σ' αυτή τη μόδα που προσπαθούν κάποιοι να πλασάρουν πως έχει τελειώσει η Αριστερά και πως δεν υπάρχουν πια Αριστεροί και Δεξιοί. Σκέφτομαι λοιπόν να κάνω στον κινηματογράφο έναν φαντασιακό Βελουχιώτη μόνο που αντί να πετάμε τα όπλα εμείς θα πετάμε τα κινητά».

Στις φιλανθρωπικές εκδηλώσεις πάντως σίγουρα δεν πιστεύετε.

«Όχι, γιατί όλο αυτό είναι ένα παραμύθι. Όποιος έχει χρήματα, ας πάει να δώσει μερικά σε αυτούς που έχουν ανάγκη. Οι αξιόλογοι άνθρωποι δεν δημοσιοποιούν τη φιλανθρωπία τους. Ο Χατζιδάκις, ας πούμε, - είμαι σίγουρος ότι δεν θα τού αρέσει που το λέω τώρα -  κάθε παραμονή Πρωτοχρονιάς έπαιρνε 100.000 δραχμές, έμπαινε στο αυτοκίνητο και χτύπαγε πόρτες φτωχών σπιτιών. Με έπαιρνε κι εμένα καμιά φορά μαζί του».