Όταν η αμερικανική δικαιοσύνη εκτέλεσε τον... λάθος Κάρλος

 


Μια υπόθεση που έρχεται ξανά στο προσκήνιο χάρη σε ένα ντοκιμαντέρ αποτελεί ίσως το πιο προφανές επιχείρημα υπέρ της κατάργησης της θανατικής ποινής


«Δεν  υπάρχει ούτε μια – ούτε μια- υπόθεση στην οποία να είναι σίγουρο ότι ένα άτομο εκτελέστηκε χωρίς να έχει διαπράξει το έγκλημα για το οποίο κατηγορήθηκε. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο τότε το όνομα του αθώου ανθρώπου θα το φωνάζαμε από τις… ταράτσες».

Αυτό έλεγε το 2006 ένας από τους πιο διάσημους δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ και φανατικούς υπέρμαχους της θανατικής ποινής, ο Άντονιν Σκάλια. Λίγα χρόνια μετά τα λόγια του θα μπορούσαν να διαψευστούν.

Η δολοφονία

Το βράδυ της 4ης Φεβρουαρίου 1983 ήταν αρκετά ήσυχο στην πόλη Κόρπους Κρίστι του Τέξας. Στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής το τηλέφωνο χτύπησε και μια νεαρή κοπέλα ήταν στην άλλη άκρη της γραμμής. Η 24χρονη Γουάντα Λόπεζ (ΦΩΤΟ) ενημέρωσε το τηλεφωνικό κέντρο ότι στο πρατήριο υγρών καυσίμων που δούλευε είχε εμφανιστεί ένας ύποπτος άντρας. Πριν προλάβει να τελειώσει το τηλεφώνημα η Γουάντα ακούγεται να λέει στον άγνωστο: «Τα θέλεις (ενν. τα λεφτά); Θα στα δώσω, θα στα δώσω, δεν πρόκειται να σου κάνω τίποτα, σε παρακαλώ».


Η αστυνομία έφτασε γρήγορα και βρήκε την γυναίκα δολοφονημένη με πολλαπλές μαχαιριές στο στήθος, ενώ μια από αυτές της είχε κόψει την κεντρική αρτηρία με αποτέλεσμα να πεθάνει από αιμορραγία. Παρουσιάστηκαν τρεις αυτόπτες μάρτυρες που περιέγραψαν στην αστυνομία τον δράστη αλλά και το μέρος προς το οποίο έφυγε. Αν και οι περιγραφές συνέκλιναν στο ήταν λατινινοαμερικανικής καταγωγής σε μερικές περιπτώσεις – όπως τα ρούχα που φορούσε και το μέρος προς το οποίο διέφυγε- ήταν αντιφατικές. Άλλος ανέφερε ότι είχε μουστάκι, ενώ άλλος ότι ήταν ξυρισμένος.

Ακολούθησε ένα πανδαιμόνιο στις αρχές, οι οποίες έψαχναν κάθε σημείο και κάθε στοιχείο. Περίπου 45 λεπτά μετά κάτω από ένα αυτοκίνητο εντόπισαν κρυμμένο έναν άντρα. Ήταν ο 20χρονος Κάρλος Ντελούνα, λατινινοαμερικανικής καταγωγής, ο οποίος δεν φορούσε μπλούζα ούτε παπούτσια. Ο Ντελούνα ήταν ένας νεαρός που είχε αρκετά προβλήματα με τον νόμο στο παρελθόν. Είχε παρατήσει το σχολείο στην προτελευταία τάξη και είχε IQ που έφτανε το 72. Στο μητρώο του είχε πάνω από 20 καταδίκες αν και οι περισσότερες από αυτές αφορούσαν μικροπαραπτώματα, όπως μέθη σε δημόσιο χώρο, αν και είχε μια καταδίκη για απόπειρα βιασμού και οδήγηση κλεμμένου αυτοκινήτου.

Η αστυνομία τον έβαλε στο περιπολικό και τον πήγε στον χώρο του εγκλήματος. Εκεί βρισκόταν ακόμα ένας από τους αυτόπτες μάρτυρες, ο Κέβαν Μπέικερ. Η αστυνομία ρώτησε τον Μπέικερ αν αναγνώριζε τον νεαρό ως τον δράστη. Ο μάρτυρας ήταν νευρικός και διστακτικός ωστόσο κοιτάζοντας μέσα στο περιπολικό απάντησε θετικά. Η μαρτυρία αυτή χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια στο δικαστήριο και ήταν ένας από τους βασικούς λόγους για την καταδίκη του Ντελούνα.

Σε μια συνέντευξη το 2004, ο Μπέικερ δήλωσε ότι τότε ήταν 70% σίγουρος ότι ο άντρας στο περιπολικό ήταν ο δράστης που είχε δει. Όπως είπε είχε προσπαθήσει να είναι προσεκτικός στην αναγνώριση καθώς καταλάβαινε ότι είχε να κάνει με μια ανθρώπινη ζωή. Ο άλλος αυτόπτης μάρτυρας, ο Τζορτζ Αγκουάιρ, επίσης αναγνώρισε εκείνη τη στιγμή τον Ντελούνα ως τον δράστη, ενώ οι τρίτοι αυτόπτες μάρτυρες, το ζευγάρι των Αρσούαγκας, οι οποίοι δεν θέλησαν να δουν εκείνη τη στιγμή τον Ντελούνα, επειδή φοβούνταν, τον αναγνώρισαν στη συνέχεια μέσω φωτογραφίας. Η υπόθεση φαινόταν εύκολη καθώς όλα έδειχναν ότι ο Ντελούνα ήταν ο «άνθρωπός τους».

Το «φάντασμα»

Από την πρώτη στιγμή της σύλληψής του, ο Ντελούνα υποστήριζε ότι ήταν αθώος. Μάλιστα υποστήριξε ότι όχι μόνο δεν έχει κάνει αυτός το έγκλημα, αλλά ήξερε και ποιος είναι ο δράστης. Όπως είπε, ο δολοφόνος ήταν Κάρλος Χερνάντεζ, ο οποίος ήταν ένας γνωστός βίαιος εγκληματίας.

Η δίκη του Ντελούνα ξεκίνησε λίγο μετά μέσα στην ίδια χρονιά. Ο Ντελούνα αφηγήθηκε στο δικαστήριο ότι την ημέρα του φόνου είχε συναντήσει τον Χερνάντεζ, τον οποίο ήξερε τα τελευταία πέντε χρόνια. Οι δύο άντρες, οι οποίοι ζούσαν στην ίδια πόλη, σταμάτησαν σε ένα μπαρ για να πιουν ένα ποτό. Κάποια στιγμή, σύμφωνα με τον Ντελούνα, ο Χερνάντεζ έφυγε από το μπαρ και πήγε στο απέναντι βενζινάδικο για να αγοράσει κάτι. Ο Χερνάντεζ καθυστερούσε να επιστρέψει και έτσι ο Ντελούνα βγήκε από το μπαρ για να τον ψάξει. Τότε, όπως κατέθεσε, είδε τον Χερνάντεζ μέσα στο βενζινάδικο να παλεύει με μια γυναίκα. Ο Ντελούνα είπε ότι φοβήθηκε πως μπορεί να τον θεωρήσουν συνεργό του και με δεδομένου ότι είχε ποινικό μητρώο για σεξουαλική επίθεση το έβαλε στα πόδια.

«Άρχισα να τρέχω και συνέχισα να τρέχω γιατί ήμουν φοβισμένος», δήλωσε. Όταν άκουσε τις σειρήνες των περιπολικών που έφτασαν στο βενζινάδικο πανικοβλήθηκε τόσο πολύ που κρύφτηκε κάτω από ένα φορτηγάκι, εκεί όπου 40 λεπτά αργότερα συνελήφθη.

Η γραμμή της υπεράσπισης του Ντελούνα – δύο δικηγόροι τους οποίους όρισε το δικαστήριο εκ των οποίων ο ένας δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με δίκες τέτοιων εγκλημάτων ούτε πριν ούτε μετά από τον Ντελούνα- ήταν ότι ο δράστης ήταν ο Κάρλος Χερνάντεζ. Ωστόσο, οι κατήγοροι ανέτρεψαν αυτό το δεδομένο. Σύμφωνα με αυτούς, η αστυνομία είχε ψάξει για τον «Κάρλος Χερνάντεζ» αφού τους είχε μιλήσει γι’ αυτόν ο Ντελούνα, ωστόσο δεν βρήκαν κανέναν στην περιοχή με αυτό το όνομα. Σύμφωνα με τους κατηγόρους, ο Χερνάντεζ δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα αποκύημα της φαντασίας του Ντελούνα, για να γλιτώσει, ένα «φάντασμα» που απλώς δεν υπήρχε. Την ίδια στιγμή ο Ντελούνα παραδέχθηκε ότι δεν μπορούσε να αναγνωρίσει τον Χερνάντεζ σε μια σειρά από φωτογραφίες που του δείξανε.

Η δίκη δε διήρκησε πολύ. Μετά την λήξη της, οι ένορκοι χρειάστηκε να συνεδριάσουν για τεσσερισήμισι ώρες πριν καταλήξουν στην απόφαση ότι ο Ντελούνα είναι ο δολοφόνος της Λόπεζ. Ο Ντελούνα καταδικάστηκε σε θανατική ποινή και παρόλο που ο ίδιος συνέχισε να επιμένει ότι είναι αθώος κανείς δεν τον πίστεψε, ούτε ο ίδιος ο δικηγόρος του, ο οποίος πολλά χρόνια μετά θα δήλωνε ότι κατά βάθος δεν πίστευε ότι ο πελάτης του ήταν αθώος. Τελικά, στις 7 Δεκεμβρίου 1989 και σε ηλικία 27 ετών ο Κάρλος Ντελούνα σταμάτησε να υπάρχει αφού μια δέχθηκε μια θανατηφόρα ένεση στο μπράτσο του.

Διαλεύκανση εκ των υστέρων

 Δεκαπέντε χρόνια μετά την εκτέλεση του Ντελούνα, ο καθηγητής Νομικής του πανεπιστημίου της Κολούμπια και υπέρμαχος της κατάργησης της θανατικής ποινής, Τζέιμς Λίμπμαν, αποφάσισε να ελέγξει την υπόθεση του Ντελούνα ως μέρος μιας έρευνας που ετοίμαζε σχετικά με τις πιθανότητες σφάλματος της θανατικής ποινής. Ζήτησε έτσι από έναν ιδιωτικό ερευνητή να αφιερώσει μόλις μια μέρα αναζητώντας στοιχεία γύρω από το «φάντασμα» Κάρλος Χερνάντεζ.

Στο τέλος της ημέρας ο ερευνητής είχε ανακαλύψει στοιχεία που είχαν ξεφύγει από τους αστυνομικούς, τους συνηγόρους, τους κατήγορους και τους δικαστές στο διάστημα έξι ετών από τη στιγμή της σύλληψης του Ντελούνα μέχρι και την εκτέλεσή του. Τελικά, ο Κάρλος Χερνάντεζ υπήρχε.


Η έρευνα του Λίμπμαν κατέληξε μέσα σε λίγες ώρες σε μια γυναίκα που συνδεόταν και με τους δύο Κάρλος. Αυτή τους έδωσε την ημερομηνία γέννησης του Χερνάντεζ και με αυτόν τον τρόπο ο Λίμπαν μπόρεσε να ξεκλειδώσει το εγκληματικό του παρελθόν, ενώ παράλληλα άρχισε να μελετά σε βάθος την υπόθεση Ντελούνα.

Το αποτέλεσμα μετά από έξι χρόνια ερευνών ήταν μια μεγάλη μελέτη 436 σελίδων, η οποία δημοσιεύτηκε το 2012 στο νομικό περιοδικό Columbia Human Rights Law Review. Μάλιστα, για την έκδοση του Αυγούστου εκείνης της χρονιάς, το περιοδικό έπρεπε να αφαιρέσει οτιδήποτε άλλο για να χωρέσει την ογκώδη μελέτη. Για την συγγραφή του «Los Tocayos Carlos: An Anatomy of a Wrongful Execution» (Οι συνονόματοι Κάρλος: Η ανατομία μιας άδικης καταδίκης), ο Λίμπμαν και οι 12 φοιτητές του επί έξι χρόνια ακολούθησαν ακόμα και το πιο μικρό στοιχείο, μίλησαν με πάνω από 100 άτομα που εμπλέκονταν στην υπόθεση, μελέτησαν περίπου 900 στοιχεία πηγών και εξέτασαν αναλυτικά κάθε φωτογραφία και έγγραφα, τα οποία αν τοποθετούνταν το ένα πάνω στο άλλο θα έφταναν ύψος 3 μέτρα.

Αυτό που ανακάλυψαν άφησε άφωνο ακόμα και τον Λίμπμαν, ο οποίος ειδικεύεται στις θανατικές ποινές στις ΗΠΑ. «Ήταν ένας πύργος από τραπουλόχαρτα. Ανακαλύψαμε πως ό,τι μπορούσε να πάει στραβά, είχε πάει», ανέφερε ο ίδιος.

Με την βοήθεια των μαθητών του, ο Λίμπμαν άρχισε να δημιουργεί κομμάτι-κομμάτι το προφίλ του Χερνάντεζ. Ήταν ένας αλκοολικός με ιστορικό βίας, ο οποίος πάντοτε κουβαλούσε μαζί του έναν μαύρο σουγιά. Στην διάρκεια των ετών είχε συλληφθεί 39 φορές και τις 13 από αυτές είχε πάνω του μαχαίρια παρόμοια με αυτά που δολοφονήθηκε η Λόπεζ ,ενώ πέρασε την περισσότερη ενήλικη ζωή του όντας αποφυλακισμένος υπό όρους. Ωστόσο, στην πραγματικότητα δεν έμεινε ποτέ για πολύ καιρό στην φυλακή για όσα είχε κάνει. Ο Λίμπμαν θεωρεί ότι αυτό το παράδοξο οφείλεται στο γεγονός ότι ο Χέρναντεζ πολλές φορές είχε λειτουργήσει ως πληροφοριοδότης της αστυνομίας.

Πολλά από τα εγκλήματα που είχε διαπράξει ο Χερνάντεζ ήταν σε βενζινάδικα. Λίγες μέρες πριν τον φόνο της Λόπεζ είχε εντοπιστεί έξω από ένα άλλο, κοντινό βενζινάδικο κρατώντας ένα μαχαίρι. Το στοιχείο αυτό ποτέ δεν φανερώθηκε στους συνηγόρους του Ντελούνα.

Ο Χερνάντεζ είχε επίσης μακρύ ιστορικό επιθέσεων σε γυναίκες. Είχε συλληφθεί δύο φορές καθώς είχε θεωρηθεί ύποπτος για την δολοφονία μιας γυναίκας το 1979, της Ντάλια Σουσέντα, η οποία είχε βρεθεί με ένα χαραγμένο «Χ» στην πλάτη της από ένα μαχαίρι. Η πρώτη σύλληψή του έγινε τέσσερα χρόνια πριν την καταδίκη του Ντελούνα και η δεύτερη ενώ ο Ντελούνα είχε ήδη καταδικαστεί σε θανατική ποινή. Ωστόσο κανείς μέχρι τότε δεν έκανε την σύνδεση μεταξύ αυτού του Χερνάντεζ και του «φαντάσματος» δράστη για τον οποίο μιλούσε ο Ντελούνα.

Τον Οκτώβριο του 1989, δύο μήνες πριν εκτελεστεί ο Ντελούνα, ο Χερνάντεζ καταδικάστηκε σε δέκα χρόνια φυλακή για την απόπειρα δολοφονίας μιας γυναίκας με μαχαίρι. Ακόμα και τότε κανείς δεν ενημέρωσε τα δικαστήρια ή την πολιτεία του Τέξας, η οποία προετοιμαζόταν να κάνει την θανατηφόρα ένεση στον Ντελούνα.

Σύμφωνα με την έρευνα, ο ίδιος ο Χερνάντεζ συχνά περηφανευόταν σε γνωστούς του ότι σκότωνε ανθρώπους με το μαχαίρι του. Είχε πει σε αρκετούς ότι είχε σκοτώσει την Γουάντα Λόπεζ και μάλιστα καυχιόταν στους φίλους και τους συγγενείς του επειδή ο συνονόματός του την είχε πληρώσει αντί γι’ αυτόν. Οι «εξομολογήσεις» του ήταν τόσο συχνές που ο Λίμπμαν βρήκε ότι ακόμα και κάποιοι αστυνομικοί του Κόρπους Κρίστι τις είχαν ακούσει λίγες εβδομάδες μετά τον φόνο. Ωστόσο, οι κατήγοροι είπαν στους συνηγόρους του Ντελούνα και τους ενόρκους ότι ο Χερνάντεζ δεν υπήρχε και ότι ήταν ένα «φάντασμα», ένα αποκύημα της φαντασίας του Ντελούνα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι δύο Κάρλος δεν ήταν απλώς συνονόματοι. Είχαν περίπου το ίδιο ύψος και βάρος, κοινή λατινοαμερικανική ρίζα και έμοιαζαν τόσο πολύ που θα μπορούσε άνετα να τους μπερδέψει κάποιος για αδέρφια. Μάλιστα, όπως αναφέρει ο Λίμπμαν ακόμα και η αδερφή του Ντελούνα όταν είδε φωτογραφία του Χερνάντεζ για λίγο νόμιζε ότι ήταν ο αδερφός της.

Ο Ντελούνα αριστερά και ο Χερνάντεζ δεξιά

Οι ανακολουθίες στην υπόθεση Ντελούνα ωστόσο δεν σταματούν εδώ. Ένας από τους βασικότερους λόγους που ο Ντελούνα καταδικάστηκε σε θάνατο ήταν η μαρτυρία του Κέβαν Μπέικερ, ο οποίος είχε δει τον δράστη να παλεύει με την Λόπεζ μέσα στο βενζινάδικό και στη συνέχεια τον είχε δει να φεύγει από το σημείο. Όταν ο Λίμπμαν μίλησε με τον Μπέικερ σχεδόν είκοσι χρόνια μετά, αυτός του είπε ότι δεν ήταν σίγουρος για την ταυτοποίηση που είχε κάνει καθώς δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τους λατινοαμερικανούς μεταξύ τους!

Εξόχως προβληματική ήταν και η έρευνα του τόπου του εγκλήματος. Οι ντεντέκτιβ δεν ακολούθησαν καμία από τις βασικές διαδικασίες που ακολουθούνται σε τέτοιες περιπτώσεις και οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν προσφέρει αδιάσειστα στοιχεία για τον δράστη. Δεν συνέλεξαν δείγμα αίματος από τη σκηνή, η οποία ήταν πλημμυρισμένη μάλιστα στο αίμα και δεν τα έλεγξαν για να διαπιστωθεί αν κάποιο άνηκε στον δράστη.

Τα δακτυλικά αποτυπώματα συνελέχθηκαν με τόσο αμελή τρόπο που δεν μπόρεσαν να χρησιμοποιηθούν. Κανένα από τα αντικείμενα που υπήρχαν στο πάτωμα του βενζινάδικου κοντά στο θύμα- μια γόπα τσιγάρου, μια τσίχλα, ένα κουμπί, μια χτένα και κουτάκια μπύρας- δεν ελέγχθηκαν για σάλιο ή αίμα.

Δεν έλεγξαν κάτω από τα νύχια του θύματος ώστε να βρουν ίχνη από το δέρμα του δράστη σε περίπτωση που τον είχε γδάρει. Όταν ο Λίμπμαν και οι μαθητές του μελέτησαν ψηφιακά επεξεργασμένες φωτογραφίες από τον τόπο του εγκλήματος έκπληκτοι εντόπισαν ένα ξεκάθαρο αποτύπωμα αντρικού παπουτσιού πάνω σε μια λίμνη αίματος της Λόπεζ. Ωστόσο στην δικογραφία δεν υπήρχε πουθενά αναφορά γι’ αυτό το στοιχείο, ούτε το νούμερο του παπουτσιού ή η μάρκα του.

«Εκεί ήταν. Ο δολοφόνος είχε αφήσει ουσιαστικά την ταυτότητά του στη σκηνή του εγκλήματος, όμως κανείς δεν την χρησιμοποίησε», λέει ο Λίμπμαν.

Ακόμα και το εργαλείο του φόνου, το μαχαίρι, δεν εξετάστηκε σωστά παρόλο που ήταν καλυμμένο με αίμα και σάρκα. Σε άλλες φωτογραφίες φαίνεται ότι το αίμα της Λόπεζ έχει εκτοξευτεί στους τοίχους πίσω από το ταμείο. Ωστόσο, όταν ο Ντελούνα, τα ρούχα και τα παπούτσια του εξετάστηκαν για ίχνη αίματος δεν βρέθηκε ούτε το απειροελάχιστο. Ο εισαγγελέας είχε τότε υποστηρίξει ότι ο Ντελούνα στεκόταν πίσω από τον πάγκο του ταμείου καθώς σκότωνε την Λόπεζ και γι’ αυτό δεν λερώθηκε με αίμα! Ωστόσο, όλοι οι αυτόπτες μάρτυρες είχαν αναφέρει ότι ο δράστης και το θύμα πάλευαν σώμα με σώμα. Ως… εναλλακτική θεωρία, οι κατήγοροι είχαν υποστηρίξει ότι το αίμα ίσως ξεπλύθηκε από τα ρούχα του Ντελούνα από την βροχή!

Παρόλο που η αστυνομία είχε να κάνει μια πολύ σοβαρή υπόθεση φόνου φαίνεται ότι υπήρξε μια πολύ μεγάλη βιασύνη να κλείσουν την υπόθεση. Λιγότερο από δύο ώρες μετά τον φόνο και ενώ ο Ντελούνα ήταν ήδη σε κράτηση, ο επικεφαλής ντεντέκτιβ του τμήματος ανθρωποκτονιών διέταξε όλους τους αστυνομικούς να φύγουν από το βενζινάδικο και να επιτρέψουν στον ιδιοκτήτη του να το καθαρίσει από τα αίματα εξαφανίζοντας έτσι και όλα τα πολύτιμα στοιχεία της έρευνας.

Φυσικά, η μελέτη του Λίμπμαν δεν αντιμετωπίστηκε από όλους με θετικό μάτι. Ο Γενικός Εισαγγελέας της περιοχής του Κόρπους Κρίστι (δεν είχε εμπλακεί στην υπόθεση Ντελούνα) υποστήριξε το 2012 ότι οι ερευνητές είχαν αποφασίσει ήδη που θέλουν να καταλήξουν πριν καν ξεκινήσουν την έρευνα. Ο αστυνομικός ντεντέκτιβ του Κόρπους Κρίστι, Πολ Ριβέρα, δήλωσε ότι είχε ελέγξει τα αρχεία της αστυνομίας από την υπόθεση μετά από αίτημα του Λίμπμαν, ωστόσο και πάλι πιστεύει ότι ο Ντελούνα ήταν ο δολοφόνος. Ο αδερφός της Γουάντα Λόπεζ, Ρίτσαρντ, από την άλλη σε μια δήλωση που είχε εκδώσει ανέφερε ότι πλέον είναι πεπεισμένος ότι ο Ντελούνα δεν σκότωσε την αδερφή του.

Για τον Λίμπμαν και την ομάδα του η υπόθεση του Ντελούνα είναι από αυτές που καταδεικνύουν την ανάγκη να σκεφτούν ξανά στις ΗΠΑ την θανατική ποινή. Όπως ανέφερε τότε, ελπίζει ότι η δουλειά τους θα κάνει τους Αμερικανούς να σκεφτούν πιο βαθιά όσα γίνονται στο όνομά τους.

Από το 2012 που δημοσιεύτηκε η μελέτη του Λίμπμαν αρκετά έχουν αλλάξει. Ενώ το 2012 η θανατική ποινή ίσχυε σε 32 πολιτείες των ΗΠΑ και απαγορευόταν σε 17, σήμερα η θανατική ποινή ισχύει σε 24 πολιτείες και απαγορεύεται σε 23.

Την ίδια στιγμή ωστόσο, ο Κάρλος Ντελούνα επίσημα παραμένει ο δολοφόνος της Γουάντα Λόπεζ. Ο άλλος Κάρλος, ο Κάρλος Χερνάντεζ, πέθανε από φυσικά αίτια μέσα σε μια φυλακή του Τέξας τον Μάιο του 1999, όπου βρισκόταν επειδή είχε απειλήσει έναν γείτονά του με ένα μαχαίρι 23 εκατ.

Ανανέωση του ενδιαφέροντος

Τώρα, ένα νέο ντοκιμαντέρ που αναμένεται να κυκλοφορήσει σύντομα στους κινηματογράφους σκοπεύει να ρίξει ξανά φως στην υπόθεση Ντελούνα.  Ο Πάτρικ Φορμπς σκηνοθέτησε το ντοκιμαντέρ «The Phantom» ακολουθώντας σε ένα μεγάλο βαθμό τα αποτελέσματα της έρευνας του Λίμπμαν και της ομάδας του.


«Όσα μπορούσαν να πάνε λάθος στην υπόθεση Ντελούνα πήγαν», λέει ο Φορμπς στον Guardian επαναλαμβάνοντας κάτι που είχε πει και ο Λίμπμαν όταν είχε βγάλει την μελέτη του. «Δεν υπήρχε σωστή αποκάλυψη των στοιχείων, η ομάδα των συνηγόρων ήταν υποχρηματοδοτούμενη, η έφεση έγινε πολύ γρήγορα. Όχι μόνο σκότωσαν έναν αθώο άνθρωπο, αλλά η θανατηφόρα ένεση δεν δούλεψε σωστά και πέθανε βασανιστικά», αναφέρει ο Φορμπς.

Ο Φόρμπς χρειάστηκε οχτώ χρόνια για να προετοιμάσει όπως ήθελε το ντοκιμαντέρ και έθεσε ως βασικό στόχο του να κάνει μια ταινία με προοπτική 360 μοιρών: «Ήθελα να μιλήσουν όλοι. Αυτό είναι το κλειδί. Ήθελα όσοι ενεπλάκησαν να πουν την δική τους ιστορία και όχι να την αφηγούμαι εγώ σα να είμαι η φωνή του θεού», λέει. Έτσι, στο ντοκιμαντέρ του μπορεί κανείς να δει να μιλάει και ο εισαγγελέας και κατήγορος του Ντελούνα, Στιβ Σίβετς, ο οποίος δεν αποκάλυψε ποτέ την ύπαρξη του Κάρλος Χερνάντεζ και τον είχε χαρακτηρίσει τότε «φάντασμα».

Ακούμε παράλληλα και την Μάρτζι Τάπια, η οποία μιλά μέσα από το σπίτι στο οποίο την κρατούσε και την κακοποιούσε για μήνες ο Κάρλος Χερνάντεζ- το «φάντασμα». Περιγράφει πώς την χτυπούσε, την κακοποιούσε και την απειλούσε με... ένα μαχαίρι.

Η φωνή όμως που λείπει είναι αυτή του ίδιου του Καρλος Ντελούνα. Ο ίδιος είχε μιλήσει σε ένα τηλεοπτικό κανάλι λίγα χρόνια πριν την εκτέλεσή του. «Ίσως μια μέρα να βγει στο φως η αλήθεια», έλεγε τότε πίσω από ένα χοντρό προστατευτικό τζάμι. «Ελπίζω ότι θα βγει. Αν καταλήξω να εκτελεστώ γι’ αυτό, δεν πιστεύω ότι είναι σωστό», έλεγε τότε.